Το Έλκηθρο του Ferenc Móra

Το Έλκηθρο
του Ferenc Móra

Στιγμιότυπο οθόνης από 2025-12-31 01-21-25

Ήταν ένας απίστευτα κρύος χειμώνας.
Το ρυάκι είχε παγώσει  μέχρι τον βυθό, τα σπουργίτια έπεφταν παγωμένα από τα δέντρα και από την οροφή κρέμονταν τόσο χοντροί παγοκρύσταλλοι που μετά βίας μπορούσαμε να τους  μετακινήσουμε με μια πέτρα. Στην αρχή κόψαμε τα σκουφάκια μας από δέρμα προβάτου για να τους πιάσουμε , αλλά αυτό δεν βοήθησε. Τα αυτιά μας πάγωσαν, τα σκουφάκια έμειναν στην οροφή και το μεγαλύτερο πρόβλημα:  οι παγοκρύσταλλοι δεν έπεσαν.

Τα παιχνίδια στο χιόνι όμως ήταν η μεγαλύτερη χαρά μας. Υπήρχε τόσο πολύ χιόνι που μετά βίας μπορούσαμε να δούμε πέρα από αυτό και σκάψαμε σπηλιές που ακόμη και ο βασιλιάς των αρκούδων θα μπορούσε να ζήσει σε αυτές.
Φυσικά, η αρκούδα είχε περισσότερη λογική από το να ζει σε ένα χιονισμένο παλάτι.
Ούτε τα χέρια της ούτε τα πόδια της  θα πάγωναν, σαν τα δικά μας.

Η πιο σπάνια διασκέδαση ήταν το έλκηθρο.
Ο δικαστής έμενε δίπλα μας. Ο δικαστής είχε φτιάξει ένα έλκηθρο για τους γιους του που ήταν το πιο όμορφο στον κόσμο.
Ακόμα το ονειρεύομαι τους χειμώνες… Τα πέδιλα  ήταν φτιαγμένα από φλαμουριά, τα μπράτσα από καρυδιά, το κάθισμα ήταν επενδυμένο με τρίχες αλόγου, καλυμμένο με βελούδο, και υπήρχε ένα αφράτο χαλί στο υποπόδιο.
Ήταν βαμμένο σε ένα όμορφο κόκκινο χρώμα και το σχοινί ίσως να ήταν φτιαγμένο από μετάξι.

Υπήρχε το υπέροχα όμορφο έλκηθρο, αλλά δεν υπήρχε κανείς να το τραβήξει.

Ο Πάλι Μπίρο, ο μικρός γιος του δικαστή, ήταν ήδη μεγαλόσωμος  όπως και ο Γκιούρι Μπίρο, και ήθελαν απλώς κάποιους να  τραβάνε το έλκηθρο.

Έπιασαν εμένα και ένα άλλο φτωχόπαιδο,τον Γιάνοσκα τον Ξυλοκόπο.

- Άλλοτε το τραβάτε, άλλοτε καθόμαστε μέσα – μας τσίγκλισαν οι γιοι του δικαστή.

Ανεχόμασταν  τον εξευτελισμό, αλλά είχαμε πρόσβαση στο έλκηθρο.
Ο Πάλι και ο Γκιούρι ξαπλώθηκαν σαν κύριοι στο μαλακό κάθισμα, οι δυο μας κρεμάσαμε το φανταχτερό έλκηθρο γύρω από τον λαιμό μας και κανένας άνεμος δεν μπορούσε να φτάσει στα ίχνη μας.
Δεν σταματήσαμε μέχρι την πέμπτη στροφή, και ακόμα και εκεί το μόνο που είχαμε να κάνουμε ήταν να πάρουμε μια ανάσα.
Αυτό συνεχίστηκε για μια εβδομάδα, αλλά μέχρι τότε ο Γιάνοσκα  είχε ήδη σκύψει το κεφάλι του τόσο λυπημένα όσο ένα αληθινό άλογο.

- Θα ήθελα κι εγώ να μπω στο έλκηθρο για μια φορά – μουρμούρισε δειλά η Γιάνοσκα – έστω μια φορά, έστω από τη μια γωνία ως την άλλη.


Ο Μπίρο Γκιούρι γέλασε και κούνησε το μαστίγιό του πάνω από τα κεφάλια μας.

- Δεν ζητάς  τίποτα άλλο, κουρελή; Αυτό το έλκηθρο δεν φτιάχτηκε για τ’αστεία σου.


Ο Πάλι φώναξε ακόμα πιο δυνατά:
- Να είσαι ευχαριστημένος που μπορείς να το τραβάς. Έλα Άνεμε! Έλα σκαθάρι!

Κοιταχτήκαμε, ο Γιάνοσκα κι εγώ τραβήξαμε το έλκηθρο τόσο δυνατά που και οι δύο ιδιοκτήτες μας κατρακύλησαν στο χιόνι.

Αλλά μετά μετανιώσαμε για ό,τι είχαμε κάνει. Την επόμενη μέρα οι καρδιές μας ράγιζαν όταν οι γιοι του δικαστή έκαναν έλκηθρο μπροστά από το σπίτι.
Τώρα ο Γκέργκιο Σάμπο και η οικογένειά του τo τραβούσαν.

Τότε μου ήρθε μια σκέψη:
- Γιάνοσκα, έχεις ένα εξαψήφιο ποσό;
- Είχα ένα πέρυσι, αλλά αγόρασα μια μπάλα με αυτό.
- Ξέρεις κάτι, Γιάνοσκα; Αν είχες ένα εξαψήφιο ποσό και είχα κι εγώ, θα αγοράζαμε ένα έλκηθρο με αυτό.
Μαζέψαμε χρήματα την επόμενη μέρα. Τα πήρα από τον Τσατσαντέρ Βάργκα επειδή τον βοήθησα να πάει τις μπότες του στην αγορά, και ο Γιάνοσκα πούλησε την μπάλα του, τις μπίλιες του και το μαχαίρι του στον μαθητευόμενο μυλωνά.


Το απόγευμα πήγαμε σ’ένα μαγαζί και αγοράσαμε ένα σεντούκι με τα χρήματά μας. Γεμίσαμε το μισό σεντούκι με άχυρο, καρφώσαμε δύο πλανισμένες σανίδες στον πάτο, φτιάξαμε ένα σκοινί και το στερεώσαμε στις δύο πλευρές του σεντουκιού.
Είχαμε το έλκηθρο. Δεν ήταν ακριβώς όπως αυτό που είχαν οι γιοι του δικαστή,
αλλά γλιστρούσε εξίσου καλά.
Το δοκιμάσαμε στην αυλή επειδή ντρεπόμασταν να βγούμε στον δρόμο λόγω του άλλου έλκηθρου.

Αλλά η αυλή ήταν μικρή.
Συμφωνήσαμε να πάμε στο τέλος του χωριού, όπου κανείς δεν μπορούσε να μας δει. Γλιστρούσαμε στη μέση των δρόμων, κάνοντας ζιγκ-ζαγκ, για να μην συναντήσουμε τους γιους του δικαστή.
Ο άνεμος φυσούσε άγρια, ρίχνοντας χιόνι από τις στέγες στα πρόσωπά μας, αλλά δεν μας ένοιαζε. Σκεφτόμασταν μόνο πόσο ωραία θα ήταν να καθόμαστε στο έλκηθρο. Πρώτα, ο Γιάνοσκα θα καθόταν μέσα, εγώ θα τον τραβούσα στο μικρό δάσος και εκείνος θα με τραβούσε πίσω. Ω, Θεέ μου, θα ήταν ωραία!

Φτάσαμε στο τέλος του χωριού. Το τελευταίο σπίτι ανήκε στη θεία Κάτι, την ηλικιωμένη ζητιάνα. Ήταν μια μικρή, ετοιμόρροπη καλύβα από άχυρο, χωρίς αυλή ή φράχτη. Τώρα όλη η καλύβα ήταν καλυμμένη με χιόνι και παγοκρυστάλλους, ακόμη και το πόμολο της πόρτας ήταν καλυμμένο με πάγο. Ο σκύλος της θείας Κάτι, ο καημένος ο Μόρζα, γκρίνιαζε στο κατώφλι.
- Σταμάτα  Φερκό* – είπε ο Γιάνοσκα – άσε αυτό το καημένο το σκυλί να μπει, γιατί το κρύο έξω θα το σκοτώσει. Η ηλικιωμένη γυναίκα πρέπει να κοιμάται.

Σπρώξαμε την πόρτα και το σκυλάκι έτρεξε μπροστά, γαβγίζοντας.
Η θεία Κάτι ήταν ζαρωμένη στις σανίδες, με το πρόσωπό της μπλε, τρέμοντας μέσα στο λεπτό της σάλι. Έκανε τόσο κρύο μέσα που ακόμη και οι γωνίες της σόμπας ήταν καλυμμένες με πάγο.


- «Δεν έχει ανάψει φωτιά εδώ και τρεις μέρες, ψυχούλες μου. Δεν έχω ούτε μια χούφτα άχυρο, ούτε ένα κομμάτι προσάναμμα
και θα παγώσω, καλά μου παιδιά » αναστέναξε η ηλικιωμένη γυναίκα.
Ο Γιάνοσκα με κοίταξε και τον κοίταξα κι εγώ

Πήρε το τσεκούρι από τη γωνία, βγήκε έξω και κοπανούσε- κοπανούσε:

έκοβε το έλκηθρο για να ανάψει φωτιά.

Σύντομα μια τεράστια φωτιά έκαιγε στην καλύβα. Το έλκηθρο είχε πάρει φωτιά.
Το έλκηθρό μας, αυτό που δεν είχαμε ανέβει ποτέ.

Οι κόκκινες φλόγες των κομματιών του έλκηθρου χόρευαν σε μακριές ρίγες στον τοίχο, που φαινόταν να κλαίει από χαρά καθώς έλιωνε ο παγετός από πάνω του.

Το πρόσωπο της ηλικιωμένης ζητιάνας άρχισε επίσης να χρωματίζεται.
Καθώς έριχνε το ευγνώμον βλέμμα της πάνω μας, κάτι ζεστό ξύπνησε στις καρδιές μας.

Και αμέσως λυπηθήκαμε για τους γιους του πλούσιου δικαστή, που ξέρουν πόσο ωραίο είναι να πετούν με ένα έλκηθρο,
αλλά δεν ξέρουν πόσο ωραίο είναι να κάνουν καλό στους φτωχούς

515169519_24897146436542464_2336277223936076155_n

 - Ο Ferenc Móra ήταν Ούγγρος μυθιστοριογράφος, δημοσιογράφος και μουσειολόγος
(19 Ιουλίου 1879 – 8 Φεβρουαρίου 1934)  https://en.wikipedia.org/wiki/Ferenc_M%C3%B3ra

*Φερκό /Ferko υποκοριστικό του ονόματος Ferenc

- ελεύθερη απόδοση στα Ελληνικά ©Παρασκευή (Εύα) Νέδου

Παραμονή Χριστούγεννα του Φώτη Κόντογλου


 1212px-The_Adoration_of_the_Shepherds,_El_Greco

 

“Κρύο τάντανο ἔκανε, παραμονὴ Χριστούγεννα. Ὁ ἀγέρας σὰ νά ῾τανε κρύα φωτιὰ κι ἔκαιγε. Μὰ ὁ κόσμος ἤτανε χαρούμενος, γεμάτος κέφι. Εἶχε βραδιάσει κι ἀνάψανε τὰ φανάρια μὲ τὸ πετρόλαδο. Τὰ μαγαζιὰ στὸ τσαρσὶ φεγγοβολούσανε, γεμάτα ἀπ᾿ ὅλα τὰ καλά. Ὁ κόσμος μπαινόβγαινε καὶ ψώνιζε· ἀπὸ τό ῾να τὸ μαγαζὶ ἔβγαινε, στ᾿ ἄλλο ἔμπαινε. Κι ὅλοι χαιρετιόντανε καὶ κουβεντιάζανε μὲ γέλια, μὲ χαρές.

Οἱ μεγάλοι καφενέδες ἤτανε γεμάτοι καπνὸ ἀπὸ τὸν κόσμο ποὺ φουμάριζε. Ὁ καφενὲς τ᾿ Ἀσημένιου εἶχε μεγάλη φασαρία, χαρούμενη φασαρία. Εἶχε μέσα δύο σόμπες, καὶ τὰ τζάμια ἤτανε θαμπά, ἀπ᾿ ὄξω ἔβλεπες σὰν ἤσκιους τοὺς ἀνθρώπους. Οἱ μουστερῆδες εἴχανε βγαλμένες τὶς γοῦνες ἀπὸ τὴ ζέστη, κόσμος καλός, καλοπερασμένοι νοικοκυραῖοι.

Κάθε τόσο ἄνοιγε ἡ πόρτα καὶ μπαίνανε τὰ παιδιὰ ποὺ λέγανε τὰ κάλαντα. Ἄλλα μπαίνανε, ἄλλα βγαίνανε. Καὶ δὲν τὰ λέγανε μισὰ καὶ μισοκούτελα, μὰ τὰ λέγανε ἀπὸ τὴν ἀρχὴ ἴσαμε τὸ τέλος, μὲ φωνὲς ψαλτάδικες, ὄχι σὰν καὶ τώρα, ποὺ λένε μοναχὰ πέντε λόγια μπρούμυτα κι ἀνάσκελα, καὶ κεῖνα παράφωνα.

200634-ðáñáìýèé.â2

Ολόκληρο το άρθρο

για την Μαμά ..

για την Μαμά ..

«Αν ούτε ορείχαλκος ή πέτρα
κι ούτε η γη κι η θάλασσα η απέραντη,
στη θλιβερή θνητότητα έχουν τη δύναμη ν’αντισταθούν,
πώς στην τυφλή οργή της να κάνει η ομορφιά μια ικεσία,
που η ουσία της ειν′ εύθραυστη, όπως τα ρόδα που ανθούν;

 Πώς η μελένια του Καλοκαιριού αναπνοή να διαρκέσει,
ενάντια στων καταιγίδων την πολιορκία
αν ούτε οι βράχοι είναι άτρωτοι,
κι ούτε οι σιδερένιες πύλες άφθαρτες από του χρόνου τη σκουριά;

Το ωραιότερο κόσμημα του Χρόνου,
πού να κρυφτεί, από του Χρόνου το σεντούκι;
Ποιό χέρι τόσο δυνατό, το πόδι του το φτερωτό θα σταματήσει;
Και ποιός θα επιτρέψει αμάραντη την ομορφιά;

Κανείς.. εκτός από το θαύμα τούτο ίσως,
μέσα στο σκοτεινό μελάνι,
η Αγαπημένη μου παντοτινά να λάμπει.»

William Shakespeare
Sonnet LXV*

*     *    *

Εύα
Ανδρόνικος − Nodlaigh
Max

 

rose1

 

 

*ελεύθερη απόδοση του Σονέτου 65 του William Shakespeare
© Παρασκευή Νέδου

Υστερόγραφο ..

Μόνο η γλώσσα και μόνο η αγάπη

«Η οικογένεια του πατέρα μου ήταν πρόσφυγες.
Κι όλες οι πόλεις θα μας προδώσουν, λέω εγώ.
Η μόνη ρίζα μας είναι η γλώσσα.

Η προγιαγιά μας που αποστήθιζε Όμηρο.
Ο προπάππος μας που ήταν παπάς.
Η θεία μας που έγραφε ποιήματα. Ολόκληρο το άρθρο

The Metamorphoses of Zeus conquer Psyche …the Belles of Europe are born

So first there was Princess Europe… then «Psyche»
and all the  fairytale Beauties …

Once upon a time, long ago,there was Zeus,
who became Taurus and … and abducted Europe
became Eagle, Lion, Panther and seduced Semele
became Eros
or the Golden-green  Eagle and Mary

the Beauty and the Beast
and all the stories of the world with the enchanted princes.

200634-ðáñáìýèé.â2
Ολόκληρο το άρθρο

Οι Μεταμορφώσεις του Δία κατακτούν την Ψυχή … οι Πεντάμορφες της Ευρώπης έχουν γεννηθεί #eych 2018

Πρώτα λοιπόν ήταν η πριγκίπισσα Ευρώπη … μετά η  «Ψυχή» ..
και έπειτα όλες οι «Πεντάμορφες»  …
Ήταν ο Δίας , που έγινε Ταύρος και …μάγεψε την Ευρώπη,
έγινε Αετός , Λιοντάρι , Πάνθηρας και μάγεψε τη Σεμέλη,
έγινε ο Χρυσοπράσινος αετός  και η Μαρία,
η Πεντάμορφη και το τέρας
και όλες οι ιστορίες  του κόσμου με  τα μαγεμένα βασιλόπουλα.
ladylioncover

Η περιπέτεια του Χρυσοπράσινου Αετού φτάνει ως τις μέρες μας

Ο μύθος του “έρωτα και της ψυχής” απ′ όπου προέρχεται το παραμύθι μας, πέρασε στη λαϊκή λογοτεχνία.

Εκεί ο ήρωας, που στο μύθο είναι ο έρωτας, έχει διαφορετικά ονόματα. Ονόματα παράξενα και πολλές φορές κρυφά και απαγορευμένα, όπως απαγορευμένη είναι και η μορφή του για την αγαπημένη του , στην αρχή της ιστορίας. Ολόκληρο το άρθρο

Οι περιπέτειες του «Χρυσοπράσινου Αετού» στον χώρο και τον χρόνο

        Da Capo …

Ξεκινώντας να φτιάξω την παράσταση του παραμυθιού «Ο χρυσοπράσινος αετός» βρέθηκα μέσα στον κόσμο των παραμυθιών. Μεγάλες εκπλήξεις με περίμεναν εκεί.

Ανακάλυψα ότι η βασική δομή της ιστορίας κάθε παραμυθιού υπάρχει σε πολλές χώρες.
Ο τίτλος διαφέρει αλλά ο «πυρήνας» της ιστορίας είναι ο ίδιος σε κάθε χώρα. Ολόκληρο το άρθρο