Ήταν ένας απίστευτα κρύος χειμώνας.
Το ρυάκι είχε παγώσει μέχρι τον βυθό, τα σπουργίτια έπεφταν παγωμένα από τα δέντρα και από την οροφή κρέμονταν τόσο χοντροί παγοκρύσταλλοι που μετά βίας μπορούσαμε να τους μετακινήσουμε με μια πέτρα. Στην αρχή κόψαμε τα σκουφάκια μας από δέρμα προβάτου για να τους πιάσουμε , αλλά αυτό δεν βοήθησε. Τα αυτιά μας πάγωσαν, τα σκουφάκια έμειναν στην οροφή και το μεγαλύτερο πρόβλημα: οι παγοκρύσταλλοι δεν έπεσαν.
Τα παιχνίδια στο χιόνι όμως ήταν η μεγαλύτερη χαρά μας. Υπήρχε τόσο πολύ χιόνι που μετά βίας μπορούσαμε να δούμε πέρα από αυτό και σκάψαμε σπηλιές που ακόμη και ο βασιλιάς των αρκούδων θα μπορούσε να ζήσει σε αυτές.
Φυσικά, η αρκούδα είχε περισσότερη λογική από το να ζει σε ένα χιονισμένο παλάτι.
Ούτε τα χέρια της ούτε τα πόδια της θα πάγωναν, σαν τα δικά μας.
Η πιο σπάνια διασκέδαση ήταν το έλκηθρο.
Ο δικαστής έμενε δίπλα μας. Ο δικαστής είχε φτιάξει ένα έλκηθρο για τους γιους του που ήταν το πιο όμορφο στον κόσμο.
Ακόμα το ονειρεύομαι τους χειμώνες… Τα πέδιλα ήταν φτιαγμένα από φλαμουριά, τα μπράτσα από καρυδιά, το κάθισμα ήταν επενδυμένο με τρίχες αλόγου, καλυμμένο με βελούδο, και υπήρχε ένα αφράτο χαλί στο υποπόδιο.
Ήταν βαμμένο σε ένα όμορφο κόκκινο χρώμα και το σχοινί ίσως να ήταν φτιαγμένο από μετάξι.
Υπήρχε το υπέροχα όμορφο έλκηθρο, αλλά δεν υπήρχε κανείς να το τραβήξει.
Ο Πάλι Μπίρο, ο μικρός γιος του δικαστή, ήταν ήδη μεγαλόσωμος όπως και ο Γκιούρι Μπίρο, και ήθελαν απλώς κάποιους να τραβάνε το έλκηθρο.
Έπιασαν εμένα και ένα άλλο φτωχόπαιδο,τον Γιάνοσκα τον Ξυλοκόπο.
- Άλλοτε το τραβάτε, άλλοτε καθόμαστε μέσα – μας τσίγκλισαν οι γιοι του δικαστή.
Ανεχόμασταν τον εξευτελισμό, αλλά είχαμε πρόσβαση στο έλκηθρο.
Ο Πάλι και ο Γκιούρι ξαπλώθηκαν σαν κύριοι στο μαλακό κάθισμα, οι δυο μας κρεμάσαμε το φανταχτερό έλκηθρο γύρω από τον λαιμό μας και κανένας άνεμος δεν μπορούσε να φτάσει στα ίχνη μας.
Δεν σταματήσαμε μέχρι την πέμπτη στροφή, και ακόμα και εκεί το μόνο που είχαμε να κάνουμε ήταν να πάρουμε μια ανάσα.
Αυτό συνεχίστηκε για μια εβδομάδα, αλλά μέχρι τότε ο Γιάνοσκα είχε ήδη σκύψει το κεφάλι του τόσο λυπημένα όσο ένα αληθινό άλογο.
- Θα ήθελα κι εγώ να μπω στο έλκηθρο για μια φορά – μουρμούρισε δειλά η Γιάνοσκα – έστω μια φορά, έστω από τη μια γωνία ως την άλλη.
Ο Μπίρο Γκιούρι γέλασε και κούνησε το μαστίγιό του πάνω από τα κεφάλια μας.
- Δεν ζητάς τίποτα άλλο, κουρελή; Αυτό το έλκηθρο δεν φτιάχτηκε για τ’αστεία σου.
Ο Πάλι φώναξε ακόμα πιο δυνατά:
- Να είσαι ευχαριστημένος που μπορείς να το τραβάς. Έλα Άνεμε! Έλα σκαθάρι!
Κοιταχτήκαμε, ο Γιάνοσκα κι εγώ τραβήξαμε το έλκηθρο τόσο δυνατά που και οι δύο ιδιοκτήτες μας κατρακύλησαν στο χιόνι.
Αλλά μετά μετανιώσαμε για ό,τι είχαμε κάνει. Την επόμενη μέρα οι καρδιές μας ράγιζαν όταν οι γιοι του δικαστή έκαναν έλκηθρο μπροστά από το σπίτι.
Τώρα ο Γκέργκιο Σάμπο και η οικογένειά του τo τραβούσαν.
Τότε μου ήρθε μια σκέψη:
- Γιάνοσκα, έχεις ένα εξαψήφιο ποσό;
- Είχα ένα πέρυσι, αλλά αγόρασα μια μπάλα με αυτό.
- Ξέρεις κάτι, Γιάνοσκα; Αν είχες ένα εξαψήφιο ποσό και είχα κι εγώ, θα αγοράζαμε ένα έλκηθρο με αυτό.
Μαζέψαμε χρήματα την επόμενη μέρα. Τα πήρα από τον Τσατσαντέρ Βάργκα επειδή τον βοήθησα να πάει τις μπότες του στην αγορά, και ο Γιάνοσκα πούλησε την μπάλα του, τις μπίλιες του και το μαχαίρι του στον μαθητευόμενο μυλωνά.
Το απόγευμα πήγαμε σ’ένα μαγαζί και αγοράσαμε ένα σεντούκι με τα χρήματά μας. Γεμίσαμε το μισό σεντούκι με άχυρο, καρφώσαμε δύο πλανισμένες σανίδες στον πάτο, φτιάξαμε ένα σκοινί και το στερεώσαμε στις δύο πλευρές του σεντουκιού.
Είχαμε το έλκηθρο. Δεν ήταν ακριβώς όπως αυτό που είχαν οι γιοι του δικαστή,
αλλά γλιστρούσε εξίσου καλά.
Το δοκιμάσαμε στην αυλή επειδή ντρεπόμασταν να βγούμε στον δρόμο λόγω του άλλου έλκηθρου.
Αλλά η αυλή ήταν μικρή.
Συμφωνήσαμε να πάμε στο τέλος του χωριού, όπου κανείς δεν μπορούσε να μας δει. Γλιστρούσαμε στη μέση των δρόμων, κάνοντας ζιγκ-ζαγκ, για να μην συναντήσουμε τους γιους του δικαστή.
Ο άνεμος φυσούσε άγρια, ρίχνοντας χιόνι από τις στέγες στα πρόσωπά μας, αλλά δεν μας ένοιαζε. Σκεφτόμασταν μόνο πόσο ωραία θα ήταν να καθόμαστε στο έλκηθρο. Πρώτα, ο Γιάνοσκα θα καθόταν μέσα, εγώ θα τον τραβούσα στο μικρό δάσος και εκείνος θα με τραβούσε πίσω. Ω, Θεέ μου, θα ήταν ωραία!
Φτάσαμε στο τέλος του χωριού. Το τελευταίο σπίτι ανήκε στη θεία Κάτι, την ηλικιωμένη ζητιάνα. Ήταν μια μικρή, ετοιμόρροπη καλύβα από άχυρο, χωρίς αυλή ή φράχτη. Τώρα όλη η καλύβα ήταν καλυμμένη με χιόνι και παγοκρυστάλλους, ακόμη και το πόμολο της πόρτας ήταν καλυμμένο με πάγο. Ο σκύλος της θείας Κάτι, ο καημένος ο Μόρζα, γκρίνιαζε στο κατώφλι.
- Σταμάτα Φερκό* – είπε ο Γιάνοσκα – άσε αυτό το καημένο το σκυλί να μπει, γιατί το κρύο έξω θα το σκοτώσει. Η ηλικιωμένη γυναίκα πρέπει να κοιμάται.
Σπρώξαμε την πόρτα και το σκυλάκι έτρεξε μπροστά, γαβγίζοντας.
Η θεία Κάτι ήταν ζαρωμένη στις σανίδες, με το πρόσωπό της μπλε, τρέμοντας μέσα στο λεπτό της σάλι. Έκανε τόσο κρύο μέσα που ακόμη και οι γωνίες της σόμπας ήταν καλυμμένες με πάγο.
- «Δεν έχει ανάψει φωτιά εδώ και τρεις μέρες, ψυχούλες μου. Δεν έχω ούτε μια χούφτα άχυρο, ούτε ένα κομμάτι προσάναμμα
και θα παγώσω, καλά μου παιδιά » αναστέναξε η ηλικιωμένη γυναίκα.
Ο Γιάνοσκα με κοίταξε και τον κοίταξα κι εγώ
Πήρε το τσεκούρι από τη γωνία, βγήκε έξω και κοπανούσε- κοπανούσε:
έκοβε το έλκηθρο για να ανάψει φωτιά.
Σύντομα μια τεράστια φωτιά έκαιγε στην καλύβα. Το έλκηθρο είχε πάρει φωτιά.
Το έλκηθρό μας, αυτό που δεν είχαμε ανέβει ποτέ.
Οι κόκκινες φλόγες των κομματιών του έλκηθρου χόρευαν σε μακριές ρίγες στον τοίχο, που φαινόταν να κλαίει από χαρά καθώς έλιωνε ο παγετός από πάνω του.
Το πρόσωπο της ηλικιωμένης ζητιάνας άρχισε επίσης να χρωματίζεται.
Καθώς έριχνε το ευγνώμον βλέμμα της πάνω μας, κάτι ζεστό ξύπνησε στις καρδιές μας.
Και αμέσως λυπηθήκαμε για τους γιους του πλούσιου δικαστή, που ξέρουν πόσο ωραίο είναι να πετούν με ένα έλκηθρο,
αλλά δεν ξέρουν πόσο ωραίο είναι να κάνουν καλό στους φτωχούς

- Ο Ferenc Móra ήταν Ούγγρος μυθιστοριογράφος, δημοσιογράφος και μουσειολόγος
(19 Ιουλίου 1879 – 8 Φεβρουαρίου 1934) https://en.wikipedia.org/wiki/Ferenc_M%C3%B3ra
*Φερκό /Ferko υποκοριστικό του ονόματος Ferenc
- ελεύθερη απόδοση στα Ελληνικά ©Παρασκευή (Εύα) Νέδου







